Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

It can never, ever forever be.

Θυμάμαι τα πάντα. Περισσότερο βέβαια θυμάμαι να προσπαθώ να θυμηθώ.
Ανοίγω τα μάτια μου και κοιτάζω γύρω μου.  Το δωμάτιο είναι όπως το άφησα, μπουρδέλο.
Αποφάσισα να γράφω πιο ελεύθερα. Έτσι, για αλλαγή.
Πόσο ήπιες χθες; Ρωτάω τον εαυτό μου και εκείνος ούτε να με φτύσει.
Τι να πει κι αυτός ο έρμος.

-Θύμισε μου γιατί είσαι στο πάτωμα...
-Είναι ωραία στο πάτωμα.
-Μάλιστα. Για ανέλυσε το.
-Φυσικά. Στο πάτωμα περνάω τις περισσότερες ώρες που είμαι έτσι.
Άλλωστε, πόσο πιο χαμηλά θα μπορούσα να πέσω; 
-Πάντα πρέπει να μιλάς περίεργα;
-Πάντα. Είναι μέρος του εαυτού μου. Είναι ο λόγος που λίγοι με ανέχονται.
Κανείς δεν με καταλαβαίνει. 

Ώρα να σηκωθώ. Πάλι καλά που λείπουν οι γονείς από το σπίτι. Δεν θα χρειαστεί να φορέσω τον επίδεσμο για να καλύψω τις πληγές.
Βάζω καφέ, πλένω το πρόσωπο και τις πληγές μου.

-Πώς τα ΄κανες έτσι πάλι;
-Έτσι πάει, δεν το αντέχεις το ποτό.
-Όχι, εσύ δεν το αντέχεις. 
-Μα εγώ είμαι εσύ, το ξέχασες πάλι;
-Χρειάζομαι φίλους.
-Χρειάζεσαι βοήθεια.
-Δεν νομίζω. Μπορώ και μόνη μου. Οι άνθρωποι είναι αδύναμοι. 
Αλήθεια, είδα τον Φίλιππο χθες;
-Ποιόν από τους δύο; Γιατί και τους δύο είδες.
-Πότε σου μίλησα για ζωντανούς;
-Ναι, σωστό και αυτό. Πάντως, τον αγαπάς τον μικρό. Σε κάνει να νιώθεις καλά. Περίεργο.
-Πόση ώρα έμεινε ο Φίλιππος;
-Όχι πολύ. Όσο με είδες. Ξύπνα! Γέμισες τον τόπο αίματα.

Σκατά. Τώρα πρέπει να μαζεύω πάλι. Δεν γαμιέται. Ποιος είναι πάλι;
-Χριστίνα είσαι καλά; Γιατί παιδί μου δεν σηκώνεις το τηλέφωνο; Τόσες φορές σε πήρα! Ανησύχησα.
-Έλα σπίτι.

Με το που σου άνοιξα την πόρτα λιποθύμησα. Εσύ φώναζες θυμάμαι αλλά δεν μπορούσα να απαντήσω.
Άκουσα κάτι " Τι έκανες πάλι γαμώτο;" "Χριστίνα ξύπνα" "Ξύπνα γαμώτο, μίλα μου"
Με πήγες στο κρεβάτι και όταν ξύπνησα σε είδα να με κοιτάς. Δεν ήσουν θυμωμένος.
Ήταν κάτι ανάμεσα σε απελπισία, στενοχώρια και φόβο.
Δεν μπορούσα να καταλάβω αν με νοιαζόσουν η με λυπόσουν.
Πως κατάντησα έτσι;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου