Σάββατο, 10 Νοεμβρίου 2012

Ψυχολογικό Πορνό.





Εκείνος τελείωσε, ηρέμησε και ξάπλωσε εξαντλημένος δίπλα της.
Άναψε τσιγάρο. Του γύρισε πλάτη και κοίταξε τον τοίχο απέναντι της.
Μαύρος. Μαύρος θα έπρεπε να είναι αυτός ο τοίχος.

Έσβησε το τσιγάρο στο τασάκι δίπλα της και σηκώθηκε γυμνή, περπάτησε μέχρι το μπάνιο και κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη.
Πιστεύεις ότι είμαι όμορφη;
Πιστεύω ότι είσαι όμορφη. Σταμάτα να πειράζεις το πρόσωπό σου, θα ανοίξεις πληγές.
Ξανακοίταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη με αηδία και σκέφτηκε: Σε μισώ.
Άρχισε να τσιμπάει τα μάγουλα και την μύτη της, άρχισε να σκίζει το δέρμα της.
ΣΕ ΜΙΣΩ.
Είσαι τρελή; Τι είναι αυτά που κάνεις; Είσαι τρελή!

Από κρεβάτι σε κρεβάτι περνούσε τη ζωή της και από σώμα σε σώμα.
Δεν είχε ρίζες πουθενά, δεν άνηκε πουθενά.
Σπίτι της ήταν εκεί όπου ξεκούραζε για λίγο το νου της κάθε βράδυ.
Ή βράδυ παρά βράδυ.

Γύρισε στο κρεβάτι και την αγκάλιασε.
Με αγαπάς; Τη ρώτησε.
Μη βαυκαλίζεσαι. Του απάντησε.

Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη ξανά μετά από πολύ καιρό.
Οι μώλωπες στο πρόσωπο δεν είχαν φύγει ακόμα.
Οι μελανιές στα μπράτσα δεν είχαν φύγει ακόμα.
Το μάτι της εξακολουθούσε να επουλώνεται από την αιμορραγία.
Έβαλε make up να κρύψει τις πληγές.
Από ποιόν; Κανείς δε νοιαζόταν.
Γιατί να νοιαστεί;
Θυμήθηκε εκείνο το φίλο που είχε κάποτε, το όνομά του δε θυμόταν.
Θυμόταν όμως τα μάτια του. Θυμόταν το πόσο ξεχωριστοί ήταν οι δυό τους.
Να ζει άραγε ακόμα αυτός;
Δεν ξέρει.
Ήταν ξεχωριστοί οι δυό τους θυμάται. Μετά έγινε ένα από τα πολλά σώματα που είχαν περάσει από πάνω της.
Ε, και τι έγινε;
Όλοι φεύγουν και οι ζωή δε σταματά για κανένα, σκέφτηκε.

Γέμισε την μπανιέρα με νερό και μπήκε μέσα, ο καθρέφτης θόλωσε.
Το μυαλό της θόλωσε. Βούτηξε το κεφάλι της κάτω από το νερό και έμεινε εκεί μέχρι να της τελειώσει το οξυγόνο και ίσως λίγο περισσότερο.
Οι αναμνήσεις βιάστηκαν μέσα στο μυαλό της χωρίς αναστολές.
Τα χέρια του στο λαιμό της, αυτός από πάνω της να την κρατάει σταθερή, ακίνητη, καθηλωμένη στο κρεβάτι.
Τα χέρια του στο σώμα της, αυτή από κάτω του να συγκρατεί τα δάκρυά της.
Πήρε το ξυραφάκι, έβγαλε τη λεπίδα, χαμογέλασε.
Τέλος μωρό μου, τέλος.

«Για να καταλάβω καλά,
ξέραμε καθ' όλη τη διάρκεια της διαδρομής
πως αυτά θα απέμεναν στο τέλος;
Για να καταλάβω καλά,
ξέραμε καθ΄ όλη τη διάρκεια της διαδρομής
πως σε αυτά θα καταλήγαμε στο τέλος;»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου