Παρασκευή, 17 Ιανουαρίου 2014

What do you see when you're in the dark and demons come?

I see you. You.

Ξύπνησε στη σοφίτα ξημερώματα και οι φωνές στο κεφάλι του δε σταματούσαν.
Οι φωνές δεν ήταν στο κεφάλι του.
Όχι, δε μπορεί να ήταν στο κεφάλι του.
- Κάν' το. Μπορείς. Αντέχεις.
Σήκωσε το κεφάλι και τον είδε.
Φορούσε μαύρα και ήταν το μόνο πράγμα που θύμιζε κάτι από φως μέσα σ' αυτό το σκοτάδι.
«ΦΥΓΕ! Φύγε, σε παρακαλώ, άφησε με πια.
Σε παρακαλώ.»
-Μην τον ακούς. Σταμάτα. Αυτοί φταίνε, όχι εσύ.
Το λαιμό τους πρεπεί να κόψει αυτή η λεπίδα οχι το χέρι σου.
-Κάν' το. Μπορείς. Αφέσου.
Έπιασε το κεφάλι του και έκρυψε το πρόσωπο στα χέρια.
Δε φεύγουν ποτέ.
Δε θα φύγουν ποτέ.
«Σταματήστε πια! Φτάνει. Απλά, πείτε μου,
αν πάρω τούτο το ξυράφι και το πιέσω στον καρπό μου με όλη μου τη δύναμη,
με όσα μου έχουν απομείνει, πείτε μου, θα έχω μια ευκαιρία;
Μια ευκαιρία να ησυχάσω, να σταματήσουν οι φωνές και οι εικόνες;
Με κρατάει σφιχτά, ρε, φωνάζει πως όλα θα θα είναι εντάξει. Την ακούω.
Πείτε μου, αν το τραβήξω με όλες μου τις ελπίδες, θα πάνε όλα καλά;»
-Κάν' το. Μπορείς. Και θες.
-Ναί, θες. Αλλά δε θα τους κάνουμε τη χάρη.
Ακούς;
«Ρε, πείτε μου, σας παρακαλώ, θα βρω τη λύτρωση που ψάχνω
αν το τελειώσω όλο αυτό;»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου