Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

Όταν δεν χαμογελάς, να θυμάσαι πόσο σε λατρεύω.


 -Γεια σου, καλημέρα.
-Γεια σας γιατρέ.
-Πως είσαι σήμερα; Δεν φαίνεται μια από τις καλές σου μέρες.
-Δεν έχω καλές μέρες, γιατρέ. Όλες μου οι μέρες είναι ίδιες.
Όλες μου οι μέρες είναι μαύρες.
-Πως ήταν ο ύπνος σου εχθές; Είχε καμία βελτίωση;
-Όχι. Δεν θέλω να έχει βελτίωση γιατί θα ξεχάσω 
το πρόσωπο του με τα χρόνια,
αν σταματήσω να τον βλέπω στον ύπνο μου.
-Μα δεν κοιμάσαι...
-Ποιος νοιάζεται;
-Εγώ φυσικά! Και θα έπρεπε να νοιάζεσαι και ‘σύ!
-Θα έπρεπε... 
Το θα έπρεπε, γιατρέ, απέχει πολύ από την πραγματικότητα.
Δεν μπορώ να πιστέψω πως πέθανε.
Γιατί εγώ είμαι εδώ και αυτός δεν είναι;
Νιώθω μόνη μου.Βλέπετε, ήταν εκείνος που τα κατάφερνε 
να με ηρεμεί και να με κάνει να νιώθω ολόκληρη.
Θα νομίζετε πως είμαι πολύ μικρή για να λέω 
τόσο μεγάλες κουβέντες μα, δεν έχετε ιδέα εσείς οι μεγάλοι 
πόσα πράγματα, ποσό έντονα και αληθινά νιώθει ένα παιδί.
Να σας πω την αλήθεια, δεν έχω ιδέα τι θα κάνω στο μέλλον, 
για την ακρίβεια δεν είμαι καν σίγουρη
πως θέλω να έχω κάποιο μέλλον.
Είναι τόσα πολλά τα πράγματα που δεν είπα ποτέ γιατί φοβόμουν.
Αν έγραφα κάθε πράγμα που σκεφτόμουν, 
θα είχα γεμίσει με χαρτιά ολόκληρα δωμάτια 
μα δεν το έκανα γιατί ... γιατί δεν το έκανα;
-Μην αποσπάσαι, σε παρακαλώ. Τι κοιτάς;
-Τίποτα. Θυμάμαι.
-Μάλιστα, για πες μου λοιπόν κοριτσάκι μου τι θυμάσαι...
-Θυμάμαι τις φορές που καθόμασταν σπίτι 
επειδή δεν είχα όρεξη ή ήμουν άρρωστη 
και έκανε σαν χαζός για να με κάνει να γελάσω.
Θυμάμαι που ξαπλώναμε αγκαλιά στο κρεβάτι 
και άλλες φορές κοιμόμασταν ενώ άλλες φορές 
απλώς καθόμασταν σιωπηλοί και σκεφτόμασταν.
Δηλαδή, εγώ σκεφτόμουν. 
Σκεφτόμουν πράγματα που μόλις σηκωνόμασταν ξεχνούσα. 
Αυτός, δεν ξέρω τι έκανε.
Θυμάμαι ακόμα όλα τα χαμόγελα 
και τα γέλια και τους ήχους και τα χρώματα.
Τα έχω στο μυαλό μου λες και ήταν μια ταινία.
Αν σκεφτείς έτσι την πραγματικότητα,
καταλαβαίνεις πως τα πράγματα δεν είναι τίποτα παραπάνω 
από αυτό που τα φαντάζεσαι να είναι.
-Τα χείλη σου χαμογελούν 
μα τα μάτια σου είναι λυπημένα, παιδί μου. Γιατί;
-Γιατί τώρα θυμήθηκα αυτό το συναίσθημα 
που σου τρυπάει τα σωθικά.
Δεν υπάρχει κάποια περιγραφή που είναι κατάλληλη 
για αυτό το συναίσθημα και το απεύχομαι 
σε οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο.
Γιατί τη μία στιγμή, είναι εκεί και σε κοιτάει 
και σε χαιρετά απλά καθώς θα σε ξαναδεί σύντομα.
Μα την άλλη στιγμή, έχει φύγει για πάντα.
Δεν θα ξαναδείς ποτέ αυτό το χαμόγελο, 
δεν θα τον ξαναπάρεις αγκαλιά, 
δεν θα ξανατσακωθείς  
ούτε θα τον ξανακούσεις να σου λέει πως σ’ αγαπάει.
Όταν έπρεπε, δεν έδωσες την σημασία που άρμοζε.
Και τώρα έχουν όλα τελειώσει. 
Ανήκουν όλα πια στο παρελθόν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου